Ο Ρόλος, τα Καθήκοντα και η Ευθύνη των Διοικητικών Συμβούλων σε Κυπριακές Εταιρείες

1. Εξουσίες και Ρόλος του Διοικητικού Συμβουλίου

Το Διοικητικό Συμβούλιο ασκεί τη γενική διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, πλην των εξουσιών που, σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113) ή το Καταστατικό, επιφυλάσσονται αποκλειστικά στη Γενική Συνέλευση. Οι μέτοχοι μπορούν πάντα μέσω της Γενικής Συνέλευσης να ελέγξουν την άσκηση των εξουσιών από τους διοικητικούς συμβούλους με τροποποίηση του καταστατικού ή, αντικαθιστώντας τους συμβούλους.

Οι εξουσίες του Διοικητικού Συμβουλίου περιλαμβάνουν:
i) Τη γενική διαχείριση των εταιρικών εργασιών,
ii) Την τήρηση των λογιστικών βιβλίων,
iii) Την έγκαιρη υποβολή φορολογικών δηλώσεων,
iv) Τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις έναντι του Εφόρου Εταιρειών.

2. Σύνθεση

Κάθε κυπριακή εταιρεία πρέπει να έχει:

  • τουλάχιστον έναν (1) διευθυντή αν είναι ιδιωτική εταιρεία, ή

  • τουλάχιστον δύο (2) διευθυντές αν είναι δημόσια εταιρεία.

Όλοι οι διοικητικοί σύμβουλοι και ο γραμματέας πρέπει να είναι άνω των 18 ετών.

In private companies with only one director, that sole director is not permitted to also act as the secretary, unless the company is a single-member private company, in which case the same individual may act as both director and secretary. The secretary is appointed by the Board of Directors, which determines the duration, remuneration, and terms of the appointment.

3. Νομική Φύση Καθηκόντων των Συμβούλων

Δεν υπάρχει ενιαίο πρότυπο συμπεριφοράς των συμβούλων της Εταιρείας. Ναι μεν η άσκηση της εξουσίας από τους συμβούλους πρέπει να ελέγχεται, όμως αν υπάρχει ένα υπερβολικά αυστηρό πρότυπο συμπεριφοράς των συμβούλων, οι σύμβουλοι δεν θα έχουν την ευελιξία να δρουν σύμφωνα με την γενική τους υποχρέωση να ενεργούν προς το συμφέρον της Εταιρείας.

Aφενός, η συμμετοχή των συμβούλων στη διοίκηση της Εταιρείας ενδεχομένως να διαφέρει ουσιαστικά ανάλογα με τα καθήκοντα των συμβούλων και αφετέρου, σε μεγάλους ομίλους εταιρειών ή μεγαλύτερες εταιρείες, το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας συνήθως εκχωρεί τις εξουσίες του σε μισθωτούς επαγγελματίες οι οποίοι ασκούν μέρος των καθηκόντων των συμβούλων.

Μια παλαιότερη προσέγγιση ήθελε τους Συμβούλους Εταιρείας να παρομοιάζονται με καταπιστευματοδόχους ή εμπιστευματοδόχους της Εταιρείας και ότι η φύση των υποχρεώσεων τους μπορούσε να εξηγηθεί με αυτή τη βάση. Παρ’ όλα αυτά, η επικρατέστερη προσέγγιση θέλει τους συμβούλους να είναι αντιπρόσωποι της εταιρείας και υπό αυτή τους την αντιπροσωπευτική ιδιότητα βρίσκονται σε θέση εμπιστευτικότητας με την Εταιρεία. Η διαφοροποίηση αυτή δεν κάνει ιδιαίτερη διαφορά όταν κάποιος εξετάζει τις υποχρεώσεις ενός συμβούλου σε σχέση με την καλή πίστη και αφοσίωση που οφείλει στην Εταιρεία. Οι υποχρεώσεις αυτές, που πηγάζουν από την θέση εμπιστευτικότητας στην οποία βρίσκεται ταυτίζονται με τις υποχρεώσεις καταπιστευματοδόχου (fiduciary position). Όταν όμως εξετάζονται οι υποχρεώσεις ενός συμβούλου σε σχέση με το καθήκον επιμέλειας και επιδεξιότητας που οφείλει να εξασκήσει, η θέση διαφοροποιείται από αυτή του καταπιστευματοδόχου.

Αξίζει να τονιστεί ότι οι υποχρεώσεις των συμβούλων έναντι της εταιρείας απορρέουν τόσο σε συλλογικό επίπεδο, μέσω του διοικητικού συμβουλίου, όσο και σε ατομικό επίπεδο από κάθε σύμβουλο προσωπικά.

3.1 Καθήκοντα Πίστεως

Λόγω της εμπιστευτικής σχέσης στην οποία τελούν έναντι της εταιρείας, οι σύμβουλοι υποχρεούνται να:

  • ενεργούν με καλή πίστη

  • Να ασκούν τις εξουσίες τους για το σκοπό που τους παραχωρήθηκαν

  • Να μην βάζουν τους εαυτούς τους σε θέση όπου το προσωπικό τους συμφέρον συγκρούεται με το συμφέρον της εταιρείας, χωρίς την πληροφορημένη σύμφωνη γνώμη της εταιρείας.

3.2 Καθήκοντα Επιμέλειας και Επιδεξιότητας

Το περιεχόμενο του καθήκοντος επιμέλειας και επιδεξιότητας που φέρουν οι σύμβουλοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν προσδιορίζεται ρητά από την κυπριακή νομοθεσία. Γι’αυτό αντλείται από αγγλική νομολογία. Συνοπτικά: Συγκεκριμένα, στην υπόθεση In Re Barings Plc (No 5) [2000] το δικαστήριο έκρινε ότι οι διευθυντές – τόσο συλλογικά όσο και ατομικά – έχουν την υποχρέωση να αποκτούν και να διατηρούν επαρκή γνώση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, ώστε να μπορούν να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους. Οι διευθυντές δεν μπορούν να αποφύγουν την ευθύνη με το να αναθέτουν τα καθήκοντά τους σε τρίτους· αντιθέτως, πρέπει να ασκούν επαρκή εποπτεία επί των εξουσιών που αναθέτουν, κάτι που εξαρτάται από τα εκάστοτε πραγματικά περιστατικά. Επιπλέον, στην υπόθεση Lexis Holdings (in Administration) v Luqman [2009], το Εφετείο έκρινε ότι ένας ανενεργός διευθυντής παραβιάζει το καθήκον αυτό και ενδέχεται να θεωρηθεί υπεύθυνος για παραβάσεις άλλων διευθυντών λόγω της αδράνειάς του.

Πρέπει επίσης να σημειωθέι ότι ο τομέας αυτός βρίσκεται υπό συνεχή εξέλιξη.

4. Ποινική Ευθύνη Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας

Ως αξιωματούχοι έχουν αυξημένες υποχρεώσεις νομιμότητας και εποπτείας των εταιρικών πράξεων και λογοδοτούν ποινικά όταν παραβαίνουν τους σχετικούς κανόνες.Η ποινική ευθύνη αξιωματούχων μιας κυπριακής εταιρείας ρυθμίζεται κυρίως από:

  • Οι υποθέσεις τον Ποινικό Κώδικα της Κυπριακής Δημοκρατίας (Κεφ. 154),

  • Οι υποθέσεις Περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113),

  • από επιμέρους ειδική νομοθεσία,όπως η φορολογική και η νομοθεσία περί καταπολέμησης της διαφθοράς και του ξεπλύματος εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Α) Ποινική Ευθύνη βάσει του Κεφ. 113:
  • Άρθρο 307: Offences by company officers during liquidation

  • Article 308: Αδικήματα από λειτουργούς εταιρειών κατά την εκκαθάριση

  • Article 309: Ποινή για παραποίηση βιβλίων και ουσιαστικές παραλείψεις από τη δήλωση σε σχέση με τις υποθέσεις της εταιρείας

  • Article 310: Δόλος από αξιωματούχους εταιρειών που βρίσκονται σε εκκαθάριση

  • Article 311: Ευθύνη όταν δεν τηρούνται κατάλληλοι λογαριασμοί

  • Article 312: Ευθύνη για δόλιο εμπόριο των ενδιαφερόμενων προσώπων

  • Article 313: Εξουσία Δικαστηρίου να επιδικάζει αποζημιώσεις εναντίον παραβατών συμβούλων κλπ.

B) Criminal Offences under the Criminal Code (Cap. 154):
  • Απάτη (Article 300)

  • Πλαστογραφία (Article 335)

  • Κατάχρηση εξουσίας (Article 105)

Γ) Ειδική Νομοθεσία
  • Κεφ161: Ο Περί Πρόληψης Διαφθοράς Νόμος

  • Ν. 95(I)/2000: Φορολογικές παραβάσεις (ΦΠΑ)

  • Ν. 188(I)/2007: Ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007


Συμπέρασμα

Η αυξημένη ευθύνη των διοικητικών συμβούλων, σε συνδυασμό με την ευρύτητα των καθηκόντων και την ενίσχυση του πλαισίου ποινικών κυρώσεων, καθιστά αναγκαίο τον συνεχή έλεγχο των ενεργειών τους ώστε να προστατεύεται η Εταιρεία. Η διασφάλιση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της εύρυθμης λειτουργίας της εταιρείας εξαρτάται από την εντιμότητα και ικανότητα των προσώπων που τη διοικούν.

Συγγραφέας:

Σεμέλη Επιφανίου

Δικηγόρος/ Εταιρικό Τμήμα 

semeli.epifaniou@patsalides.com.cy