Στις 18 Νοεμβρίου 2024 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων, η οποία καταργεί και αντικαθιστά την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, που για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αποτέλεσε τη βάση του ευρωπαϊκού πλαισίου προστασίας των καταναλωτών από ζημίες που προκαλούνται από ελαττωματικά προϊόντα. Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεούνται να μεταφέρουν τις διατάξεις της στο εθνικό τους δίκαιο έως τις 9 Δεκεμβρίου 2026.
Η νέα Οδηγία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στον τομέα του ευρωπαϊκού δικαίου ευθύνης, καθώς εκσυγχρονίζει ένα νομοθετικό πλαίσιο που παρέμενε ουσιαστικά αμετάβλητο από το 1985 και το προσαρμόζει στις απαιτήσεις της ψηφιακής οικονομίας και των σύγχρονων τεχνολογικών προϊόντων. Η ευρεία χρήση λογισμικού, συνδεδεμένων συσκευών, ψηφιακών υπηρεσιών και συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης έχει μεταβάλει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα προϊόντα και αλληλεπιδρούν με τους χρήστες τους. Ως αποτέλεσμα, έχουν ανακύψει νέοι κίνδυνοι και προκλήσεις που δεν μπορούσαν πάντοτε να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά από την προγενέστερη Οδηγία. Σήμερα, η λειτουργία ενός προϊόντος δεν καθορίζεται μόνο από τα φυσικά του χαρακτηριστικά, αλλά και από λογισμικό, αλγορίθμους, υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους (cloud services), απομακρυσμένες ενημερώσεις και άλλα ψηφιακά στοιχεία. Η νέα Οδηγία επιχειρεί να ανταποκριθεί στη μεταβαλλόμενη αυτή πραγματικότητα, εκσυγχρονίζοντας το πλαίσιο ευθύνης και διασφαλίζοντας υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, παράλληλα με την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά.
Επέκταση του ορισμού του «προϊόντος»
Μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες που εισάγει η Οδηγία αφορά την επέκταση της έννοιας του «προϊόντος». Για πρώτη φορά, το λογισμικό αναγνωρίζεται ρητά ως προϊόν για τους σκοπούς των κανόνων περί ευθύνης για τα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργικών συστημάτων, των εφαρμογών, του υλικολογισμικού και των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό εξαλείφει τη μακροχρόνια αβεβαιότητα σχετικά με τη μεταχείριση των ζημιών που προκαλούνται από ψηφιακά στοιχεία, αντανακλώντας την αντίληψη ότι ένα ελάττωμα λογισμικού μπορεί να είναι εξίσου επιβλαβές με ένα κατασκευαστικό ελάττωμα σε ένα φυσικό προϊόν και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να υπόκειται στο ίδιο καθεστώς ευθύνης.
Η συμπερίληψη των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης είναι ιδιαίτερα σημαντική. Σε αντίθεση με τα συμβατικά προϊόντα, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μαθαίνουν, προσαρμόζονται και τροποποιούν τη συμπεριφορά τους αυτόνομα, πράγμα που σημαίνει ότι η αιτία της ζημίας ενδέχεται να μην έγκειται σε φυσικό ελάττωμα, αλλά σε εσφαλμένη αλγοριθμική λειτουργία. Η Οδηγία αντιμετωπίζει άμεσα αυτό το ζήτημα, διασφαλίζοντας ότι ισχύουν οι ίδιες αρχές ευθύνης ανεξάρτητα από την τεχνολογία στην οποία βασίζεται το προϊόν.
Η Οδηγία αφορά επίσης προϊόντα που συνεχίζουν να εξελίσσονται μετά τη διάθεσή τους στην αγορά μέσω ενημερώσεων λογισμικού ή συνδεδεμένων ψηφιακών υπηρεσιών, υιοθετώντας μια πιο δυναμική αντίληψη της ευθύνης. Συγκεκριμένα, τα κενά στην κυβερνοασφάλεια μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον ένα προϊόν είναι ελαττωματικό.
Διεύρυνση του κύκλου των υπεύθυνων προσώπων
Πέραν του κατασκευαστή, η νέα Οδηγία διευρύνει τον κύκλο των οικονομικών φορέων που μπορούν να υπέχουν ευθύνη για ζημία από ελαττωματικό προϊόν. Ειδικότερα, όταν ο κατασκευαστής είναι εγκατεστημένος εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπεύθυνοι μπορούν να είναι ο εισαγωγέας, ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος και, ελλείψει αυτών, ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης. Επιπλέον, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η Οδηγία, υπεύθυνες μπορεί να είναι και οι επιγραμμικές πλατφόρμες.
Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι ο ζημιωθείς θα μπορεί να στραφεί κατά αναγνωρίσιμου υπεύθυνου οικονομικού φορέα εγκατεστημένου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και όταν ο κατασκευαστής βρίσκεται εκτός αυτής.
Διεύρυνση του πεδίου των αποζημιώσιμων ζημιών
- Απώλεια ή αλλοίωση δεδομένων: Η διαγραφή ή η αλλοίωση ψηφιακών δεδομένων που δεν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για επαγγελματικούς σκοπούς αποτελεί αποζημιώσιμη ζημία.
- Ιατρικώς αναγνωρισμένη ψυχολογική βλάβη:Η βλάβη αυτή είναι αποζημιώσιμη ακόμη και όταν δεν συνοδεύεται από σωματική βλάβη.
Με την διεύρυνση αυτή, η προστασία που παρέχει το καθεστώς ευθύνης για ελαττωματικά προϊόντα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στις παραδοσιακές μορφές ζημίας, αλλά καλύπτει και νέες κατηγορίες βλάβης που αναγνωρίζει ρητά η Οδηγία.
Ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών: Τεκμήρια και γνωστοποίηση
- Μαχητό τεκμήριο ελαττωματικότητας, ιδίως όταν ο κατασκευαστής δεν συμμορφώνεται με δικαστική εντολή για την αποκάλυψη σχετικών αποδεικτικών στοιχείων.
- Μαχητό τεκμήριο αιτιώδους συνάφειας, όταν αποδεικνύεται η ελαττωματικότητα του προϊόντος και ο σχετικός κίνδυνος αντιστοιχεί στο είδος της ζημίας που υπέστη ο ζημιωθείς.
- Εξουσίες αποκάλυψης αποδεικτικών στοιχείων, βάσει των οποίων τα δικαστήρια μπορούν να διατάσσουν τον κατασκευαστή να προσκομίσει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Η μη συμμόρφωση προς τη σχετική δικαστική εντολή μπορεί να οδηγήσει στην εφαρμογή του μαχητού τεκμηρίου ελαττωματικότητας.
Η ένσταση του κινδύνου ανάπτυξης
Η νέα Οδηγία διατηρεί την ένσταση του κινδύνου ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία ο κατασκευαστής μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη, εφόσον αποδείξει ότι, με βάση το αντικειμενικά υφιστάμενο επίπεδο των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων κατά τον χρόνο διάθεσης του προϊόντος στην αγορά, δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί η ελαττωματικότητά του. Ωστόσο, η ένσταση αυτή δεν εφαρμόζεται όταν το ελάττωμα προκύπτει ή επιδεινώνεται λόγω μεταγενέστερης ενημέρωσης ή τροποποίησης του λογισμικού μετά τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά. Με άλλα λόγια, ο κατασκευαστής μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη μόνο για ελαττώματα που δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν κατά τον χρόνο διάθεσης του προϊόντος, όχι όμως για ελαττώματα που εμφανίζονται ή επιδεινώνονται εξαιτίας μεταγενέστερων ενημερώσεων ή τροποποιήσεων του λογισμικού.
Προθεσμίες παραγραφής
Η νέα Οδηγία διατηρεί τη γενική τριετή προθεσμία παραγραφής, καθώς και το δεκαετές ανώτατο χρονικό όριο ευθύνης. Ωστόσο, εισάγει μία σημαντική καινοτομία, προβλέποντας ότι το ανώτατο αυτό χρονικό όριο μπορεί να επεκταθεί σε είκοσι πέντε έτη όταν πρόκειται για σωματική βλάβη που εκδηλώνεται σε μεταγενέστερο χρόνο.
Με τη ρύθμιση αυτή, η Οδηγία λαμβάνει υπόψη περιπτώσεις στις οποίες η σωματική βλάβη δεν εκδηλώνεται αμέσως μετά τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά, αλλά γίνεται εμφανής μόνο έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τι πρέπει να κάνουν οι επιχειρήσεις
Ενόψει της ενσωμάτωσης της Οδηγίας στο κυπριακό δίκαιο έως τον Δεκέμβριο του 2026, οι επιχειρήσεις καλούνται να εξετάσουν:
- Την αναθεώρηση των πολιτικών ευθύνης προϊόντων, ώστε να καλύπτουν προϊόντα που ενσωματώνουν λογισμικό και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
- Την αξιολόγηση της κυβερνοασφάλειας των προϊόντων που διαθέτουν στην αγορά, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ευπάθειες κυβερνοασφάλειας μπορούν να συνεκτιμώνται κατά την εκτίμηση της ελαττωματικότητας ενός προϊόντος.
- Την επανεξέταση των συμβάσεων με εισαγωγείς, εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους, παρόχους υπηρεσιών διεκπεραίωσης και λοιπούς οικονομικούς φορείς που συμμετέχουν στην αλυσίδα διάθεσης του προϊόντος.
- Την αναθεώρηση των πολιτικών διαχείρισης δεδομένων, δεδομένου ότι η απώλεια ή αλλοίωση ψηφιακών δεδομένων αναγνωρίζεται πλέον ως αποζημιώσιμη κατηγορία ζημίας.
Συμπέρασμα
Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 εκσυγχρονίζει το ευρωπαϊκό καθεστώς ευθύνης για ελαττωματικά προϊόντα, προσαρμόζοντάς το στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής. Η αναγνώριση του λογισμικού ως προϊόντος, η διεύρυνση του κύκλου των υπεύθυνων προσώπων και των αποζημιώσιμων ζημιών, καθώς και η εισαγωγή νέων αποδεικτικών μηχανισμών, αποτελούν βασικές καινοτομίες που εισάγει η Οδηγία.
Η ενσωμάτωσή της στο κυπριακό δίκαιο έως τις 9 Δεκεμβρίου 2026 αναμένεται να επηρεάσει τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά, οι οποίες καλούνται να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις του αναθεωρημένου πλαισίου ευθύνης.
Συγγραφέας:
Ρόνικα Μπιλάλη
Ασκούμενη Δικηγόρος


