Πότε η επιχειρηματική ισχύς μετατρέπεται από δικαίωμα επιτυχίας σε εργαλείο καταπίεσης της αγοράς;
Το ερώτημα αυτό αντικατοπτρίζει το θεμελιώδες δίλημμα του δικαίου του ανταγωνισμού: πώς μπορεί να επιτρέψει την οικονομική ανάπτυξη και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, ενώ ταυτόχρονα αποτρέπει την καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης. Το άρθρο 102 της ΣΛΕΕ θέτει τα όρια αυτής της ισορροπίας, επιδιώκοντας τη διαφύλαξη του θεμιτού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά.
Στο άκρως ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον του σήμερα, η απαγόρευση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης από τις επιχειρήσεις κρίνεται ως ιδιάζουσας σημασίας. Η εν λόγω απαγόρευση ρυθμίζεται από τη διάταξη 102 της ΣΛΕΕ, η οποία απαγορεύει και κρίνει ως ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά την οποιαδήποτε καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, εφόσον αυτή δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών, είτε αφορά το σύνολο της εσωτερικής αγοράς είτε ένα σημαντικό μέρος αυτής.
Προϋποθέσεις Εφαρμογής του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ
Για την εφαρμογή του άρθρου 102 απαιτείται να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης σε ολόκληρη ή σε σημαντικό τμήμα της εσωτερικής αγοράς, καθώς και η καταχρηστική εκμετάλλευσή της από μια ή περισσότερες επιχειρήσεις. Η καταχρηστική συμπεριφορά πρέπει να έχει πραγματικές ή, έστω, δυνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό ή στο διακρατικό εμπόριο εντός της Ένωσης.
Η Έννοια της Δεσπόζουσας Θέσης
Καθοριστικής σημασίας συνιστά η έννοια της «δεσπόζουσας θέσης» όπως διαμορφώθηκε μέσα από τις υποθέσεις United Brands (Υπόθεση 27/76) και Hoffmann-La Roche (Υπόθεση 85/76). Το ΔΕΕ όρισε ότι, η δεσπόζουσα θέση αφορά τη θέση οικονομικής ισχύος που απολαμβάνει μια επιχείρηση, η οποία της επιτρέπει να εμποδίζει τη διατήρηση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, παρέχοντάς της τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και τελικά, τους καταναλωτές της.
Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, η κατοχή δεσπόζουσας θέσης δεν απαγορεύεται αυτή καθαυτή, αλλά το άρθρο επιβάλλει σαφείς περιορισμούς στην καταχρηστική της εκμετάλλευση. Η απαγόρευση της καταχρηστικής συμπεριφοράς έχει ως κύριο μέλημα την προστασία των καταναλωτών. Το ΔΕΕ έχει αποφανθεί ότι για να στοιχειοθετηθεί καταχρηστική συμπεριφορά, δεν κρίνεται απαραίτητη η απόδειξη άμεσης ζημίας στους καταναλωτές, εφόσον διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά της επιχείρησης έχει περιοριστικά αποτελέσματα στον ανταγωνισμό.
Κατηγορίες Κατάχρησης
Η έννοια της κατάχρησης διακρίνεται σε δύο ευρείες κατηγορίες: την «εκμεταλλευτική κατάχρηση» και την «κατάχρηση αποκλεισμού».
Εκμεταλλευτική Κατάχρηση
Η εκμεταλλευτική κατάχρηση αναφέρεται σε πρακτικές, μέσω των οποίων μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά καταχράται την ισχύ της, για την επιβολή δυσμενών όρων στους πελάτες της ή την αποκόμιση υπέρμετρων οικονομικών οφελών εις βάρος τους.
Παραδείγματα
- Υπερβολική τιμολόγηση: Στην υπόθεση United Brands (Υπόθεση 27/76), το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον οι τιμές σε μπανάνες ήταν υπερβολικές, καθορίζοντας ότι πρέπει να υπάρχει εύλογη σχέση μεταξύ τιμής και οικονομικής αξίας.
- Άδικοι όροι: Στην υπόθεση British Airways (Υπόθεση C-95/04 P) το σύστημα εκπτώσεων πιστότητας κρίθηκε ως εκμεταλλευτικό.
- Διακριτική μεταχείριση: Στην υπόθεση Portuguese Airports (Υπόθεση C-163/99), τα διαφορετικά τέλη μεταξύ των αεροπορικών εταιρειών χωρίς αντικειμενική δικαιολόγηση συνιστούσαν κατάχρηση.
Κατάχρηση Αποκλεισμού
Από την άλλη πλευρά, η κατάχρηση αποκλεισμού περιλαμβάνει ενέργειες που στοχεύουν στην παρακώλυση ή την άμεση παρεμπόδιση του ανταγωνισμού, περιορίζοντας την πρόσβαση ανταγωνιστών στην αγορά, καθιστώντας δυσχερή ή ακόμα και αδύνατη την αποτελεσματική συμμετοχή τους στον ανταγωνισμό.
Παραδείγματα
- Αρπακτική τιμολόγηση: Στην υπόθεση AKZO (Υπόθεση C-62/86), το Δικαστήριο όρισε ότι τιμές κάτω από το μέσο μεταβλητό κόστος τεκμαίρονται ως αρπακτικές.
- Άρνηση προμήθειας: Οι υποθέσεις SpA και Commercial Solvents (Υποθέσεις 6 & 7/73) και Bronner (Υπόθεση C-7/97) διαμόρφωσαν τα κριτήρια υπό τα οποία η άρνηση παροχής προϊόντος ή υπηρεσίας δύναται να συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, ιδίως όταν το προϊόν είναι αναγκαίο για τη δραστηριότητα τρίτων και η άρνηση οδηγεί σε εξάλειψη του ανταγωνισμού. Στη σύγχρονη εποχή, η Google Shopping (AT.39740, πρόστιμο €2,42 δισ.) εφάρμοσε τις ίδιες αρχές στις ψηφιακές αγορές.
- Περιθωριοποίηση: Στην υπόθεση Deutsche Telekom (Υπόθεση C-280/08 P), οι χονδρικές τιμές που άφηναν ανεπαρκές περιθώριο για λιανικό ανταγωνισμό συνιστούσαν κατάχρηση.
- Εκπτώσεις πιστότητας: Στην υπόθεση Intel (Υπόθεση C-413/14 P), οι εκπτώσεις συνδεδεμένες με αποκλειστικότητα κρίθηκαν καταχρηστικές, ακόμη και όταν ήταν "πάνω από το κόστος".
- Δεσμοποίηση: Στην υπόθεση Microsoft (Υπόθεση T-201/04), η δεσμοποίηση του Windows Media Player με τα Windows συνιστούσε κατάχρηση. Παρομοίως, στην υπόθεση Google Android (AT.40099, πρόστιμο €4,34 δισ.), η επιβολή προεγκατάστασης εφαρμογών κρίθηκε καταχρηστική.
Η Ειδική Ευθύνη των Δεσπόζουσων Επιχειρήσεων
Εκτός από τον ορισμό της έννοιας της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, ενώ η κατοχή δεσπόζουσας θέσης δεν συνιστά per se παραβίαση του δικαίου του ανταγωνισμού, κρίνεται δυνητικά επικίνδυνη για τη διατήρηση του ανταγωνισμού στην αγορά. Ως εκ τούτου, οι κατέχουσες δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεις υπάγονται σε ένα ειδικό καθεστώς ευθύνης, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση του ουσιαστικού και ανόθευτου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά.
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, και ιδίως την υπόθεση Michelin (Υπόθεση 322/81), οι δεσπόζουσες επιχειρήσεις φέρουν «ειδική ευθύνη» να μην υπονομεύουν τον υγιή ανταγωνισμό. Κατ’ επέκταση, η ειδική αυτή ευθύνη συνεπάγεται ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να αποφεύγουν πρακτικές που, αν και ενδέχεται να είναι θεμιτές για επιχειρήσεις μικρότερης ισχύος, καθίστανται αθέμιτες όταν εφαρμόζονται από επιχειρήσεις με σημαντική δύναμη και επιρροή στη σχετική αγορά.
Ωστόσο, η κατοχή δεσπόζουσας θέσης δεν στερεί από την επιχείρηση το δικαίωμα να προστατεύει τα εμπορικά της συμφέροντα όταν αυτά τίθενται υπό απειλή. Στο πλαίσιο αυτό, μια δεσπόζουσα επιχείρηση μπορεί να λάβει μέτρα τα οποία θεωρεί αναγκαία για την προστασία των συμφερόντων της, ανεξαρτήτως αν αυτά τα μέτρα ενδέχεται να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό ή το εμπόριο ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές ότι τέτοιες ενέργειες δεν επιτρέπεται να στοχεύουν στην ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσης ή στην καταχρηστική εκμετάλλευσή της.
Ακόμη και αν η κατάχρηση δεν προκύπτει από πρόθεση ή υπαιτιότητα, αυτό δεν αίρει τον απαγορευτικό χαρακτήρα της. Το κρίσιμο σημείο είναι κατά πόσον η εν λόγω συμπεριφορά έχει ως αποτέλεσμα την αλλοίωση του ανταγωνισμού ή τον αποκλεισμό άλλων επιχειρήσεων από την αγορά.
Συμπέρασμα
Το άρθρο 102 της ΣΛΕΕ διασφαλίζει ότι η επιχειρηματική ισχύς ασκείται εντός των ορίων του θεμιτού ανταγωνισμού, αποτρέποντας την καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης. Η κατοχή δεσπόζουσας θέσης δεν συνιστά από μόνη της παράβαση, αλλά επιβάλλει αυξημένη ευθύνη στις επιχειρήσεις να διατηρούν τον υγιή ανταγωνισμό και να αποφεύγουν πρακτικές εκμετάλλευσης ή αποκλεισμού.
Η εφαρμογή του άρθρου 102 παραμένει κρίσιμη, ιδίως σε μια εποχή όπου η οικονομική ισχύς συγκεντρώνεται ολοένα περισσότερο, και ιδιαίτερα στον ψηφιακό τομέα, καθιστώντας επιτακτική τη διαφύλαξη ενός δίκαιου, ανταγωνιστικού και λειτουργικού περιβάλλοντος στην εσωτερική αγορά, προς όφελος τόσο των επιχειρήσεων όσο και των καταναλωτών.
Συγγραφέας:
Δημήτρης Ζαβού
Ασκούμενος Δικηγόρος


