Το Δόγμα «ultra vires» στο Εταιρικό Δίκαιο

Το δόγμα του ultra vires αποτελεί θεμελιώδης αρχή του αγγλικού εταιρικού δικαίου, το οποίο βρίσκει τις ρίζες της ιστορικά στην υπόθεση Ashbury Railway Carriage and Iron Co Ltd v Riche (1875). Η φράση ultra vires σημαίνει «=πέραν των εξουσιών» και ως τέτοια δεν δύναται να μονοπωληθεί αποκλειστικά στον τομέα του εταιρικού δικαίου. Στην επιστήμη της νομικής την εν λόγω αρχή την εντοπίζουμε και σε άλλους κλάδους δικαίου, όπως αυτόν του δημοσίου δικαίου ή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (1)

Συγκεκριμένα, στον κλάδο του εταιρικού δικαίου η αρχή ultra vires συνίσταται και περιορίζεται σε πράξεις ή ενέργειες μιας εταιρείας, οι οποίες τείνουν να ξεπεράσουν ή να υπερβούν τα ακραία όρια των σκοπών που θέτει το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας αυτής. (2)  Με αποτέλεσμα, οι πράξεις αυτές να θεωρούνται άκυρες, ακόμη και εάν υπήρξε ομόωνη έγκριση των μετόχων της εταιρείας. Η αυστηρή όμως εφαρμογή του δόγματος ultra vires οδηγούσε τους καλόπιστους τρίτους που συναλλάσσονταν με μια εταιρεία να βρίσκονται συχνά εκτεθειμένοι σε δυσμενείς συνέπειες. (3) Με σκοπό την αποφυγή μιας τέτοιας αδικίας, με πρωτοβουλία της η ΕΕ προχώρησε στην θέσπιση μιας σειράς Οδηγιών με αφετηρία την 1η Εταιρική Οδηγία της ΕΕ 68/151/ΕΟΚ, η οποία με μια σειρά τροποποιήσεων αντικαταστάθηκε και σήμερα βρίσκει εφαρμογή υπό την εκσυγχρονισμένη Οδηγία της ΕΕ 2019/1151. (4) Στην Κυπριακή έννομη τάξη μέσω της εναρμόνισης με την προαναφερθείσα Οδηγία το δόγμα του ultra vires έχει καταργηθεί στις περιπτώσεις όπου η εταιρεία συναλλάσσεται με καλόπιστους τρίτους, δηλαδή πρόσωπα τα οποία δεν γνώριζαν ότι η εταιρεία ενεργεί πέρα των εξουσιών που της παρέχει το ιδρυτικό έγγραφο. Η άγνοια όμως αυτήν του καλόπιστου τρίτου αποτελεί μαχητό τεκμήριο, το οποίο δύναται να ανατραπεί εάν η εταιρεία αποδείξει ότι ο συναλλασσόμενος τρίτος είχε γνώση πως η εταιρεία ενεργεί καθ’ υπέρβαση εξουσιών. Πρέπει να τονισθεί ότι η δημοσίευση του ιδρυτικού εγγράφου από μόνη της δεν αποτελεί απόδειξη ότι ο συναλλασσόμενος τρίτος έχει γνώση επί των σκοπών της εταιρείας. (5)

O σκοπός της εφαρμογής του δόγματος «ultra vires» είναι διττός. Αφενός αποσκοπεί στην προστασία των κεφαλαίων των μετόχων και των πιστωτών της εταιρείας, (6) και αφετέρου στην εξασφάλιση της νομιμότητας και του εσωτερικού ελέγχου αυτής. Συγκεκριμένα, μέσω της εν λόγω αρχής τίθεται απαγόρευση στην διοίκηση της εταιρείας να λειτουργεί αυθαίρετα πέραν των σκοπών που θέτει το ιδρυτικό έγγραφο. Μέσω της απαγόρευσης αυτής εξασφαλίζεται ότι τα επενδυόμενα κεφάλαια των μετόχων και των πιστωτών προορίζονται αποκλειστικά για τους σκοπούς που το ιδρυτικό έγγραφο θέτει, δηλαδή προς ικανοποίηση των σκοπών που οι μέτοχοι και οι πιστωτές έχουν γνώση και επιθυμούν να επενδύσουν. Ταυτόχρονα, η νομολογιακή και νομοθετική αρχή του «ultra vires» δίδει στα δικαστήρια την δυνατότητα ελέγχου και ακύρωσης πράξεων, οι οποίες εκ φεύγουν των σκοπών για τους οποίου η εταιρεία συστάθηκε.

Εν κατακλείδι, αξίζει να αναφερθούμε στις εταιρείες γενικών σκοπών. (7) Η εν λόγω κατηγορία αφορά τις ιδιωτικές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, στις οποίες ο νομοθέτης δίδει την δυνατότητα να αναγράφονται ως τέτοιες, χωρίς να απαιτείται η καταγραφή συγκεκριμένων σκοπών στο ιδρυτικό έγγραφο των εταιρειών αυτών. Στις περιπτώσεις αυτών και λόγω του χαρακτήρα τους -ως λογικό επακόλουθο- το δόγμα του «ultra vires» δεν δύναται να βρει εφαρμογή. Ως απόρροια αυτού, συμπεραίνεται ότι οι αξιωματούχοι των εταιρειών γενικών σκοπών υπόκειται σε λιγότερο έλεγχο -συγκριτικά με τις εταιρείες μη γενικών σκοπών- καθώς δεν υποχρεούνται να «υπακούσουν» ή να ενεργήσουν εντός των ορίων συγκεκριμένων σκοπών του ιδρυτικού εγγράφου. Με αποτέλεσμα, οι μέτοχοι και οι πιστωτές που επένδυσαν σε εταιρείες γενικών σκοπών να μην απολαμβάνουν την προστασία που παρέχει το δόγμα «ultra vires».

Υποσημειώσεις:

  1. Commission v. Council (C-22/70) – ERTA case.
  2. Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co Ltd και Λώρη Ηρακλέους 2003 1 Β Α.Α.Δ. 722. https://www.cylii.org/cy/cases/ad/aad/meros_1/2003/rep/2003_1_0722.htm T.J.S. Enterprises Ltd και Άλλοι ν . Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2005) 1 ΑΑΔ 108.
  3. Αθανάσιος Σακκοράφος ν. Γ. Παρασκευαίδη 1966 Λτδ (1990) 1 ΑΑΔ 673.
  4. http://data.europa.eu/eli/dir/2019/1151/oj(http://data.europa.eu/eli/dir/2019/1151/oj)
  5. 33Α.-(1) Η εταιρεία δεσμεύεται έναντι τρίτων από πράξεις ή συναλλαγές των αξιωματούχων της, έστω και εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εκτός εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές τελούνται καθ' υπέρβαση των εξουσιών, που ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στους συγκεκριμένους αξιωματούχους:

    Νοείται ότι, η εταιρεία δε δεσμεύεται έναντι τρίτων σε περίπτωση που τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εάν και εφόσον, η εταιρεία αποδείξει ότι το τρίτο πρόσωπο γνώριζε ότι οι πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας ή δεν ήταν δυνατό λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να το αγνοεί:

    Νοείται περαιτέρω, ότι η δημοσίευση του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εταιρείας δεν αποτελεί, από μόνη της, επαρκή απόδειξη γνώσης από μέρους τρίτου προσώπου.

    (2) Οι εκ του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού ή οι εξ αποφάσεως των συμβούλων ή της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας, περιορισμοί στις εξουσίες των αξιωματούχων της Εταιρείας, δε δύναται να αντιταχθούν έναντι τρίτων προσώπων, ακόμα και εάν έχουν δημοσιευτεί.

  6. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλαόυ Λτδ και Άλλων 2009, 1 ΑΑΔ 479 https://www.cylaw.org/cgi-bin/open.pl?file=apofaseis/aad/meros_1/2009/rep/2009_1_0479.htm&qstring=andandand2009
  7. Περί Εταιριών Νόμος, Κεφ. 113 άρθρο 4(1Α) Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), ιδρυτικό έγγραφο ιδιωτικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με μετοχές δύναται αντί να αναφέρει οποιουσδήποτε συγκεκριμένους σκοπούς εργασιών, να αναφέρει ότι ο σκοπός της εταιρείας είναι η διεξαγωγή εργασιών ως εμπορικής εταιρείας γενικών σκοπών και στην περίπτωση αυτή, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, η εταιρεία δύναται-

(α) Να διεξάγει οποιαδήποτε εργασία, επιχείρηση ή επάγγελμα· και

(β) να συνάπτει οποιαδήποτε σύμβαση, να αναλαμβάνει οποιαδήποτε υποχρέωση και να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια και πράξη την οποία μπορεί να συνάπτει, να αναλαμβάνει ή να προβαίνει, αντίστοιχα, οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο, το οποίο σύμφωνα με τους νόμους της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι: Νοείται ότι, το ιδρυτικό έγγραφο που αναφέρεται στο εδάφιο (1Α) δύναται επιπρόσθετα να περιέχει οποιουσδήποτε περιορισμούς ή δεσμεύσεις.

Συγγραφέας:

Μαίρη Τσιαχματιώτη

Νεότερος Συνεργάτης

mairi.tsiachmatioti@patsalides.com.cy