Η προστασία της μειοψηφίας στο Κυπριακό εταιρικό δίκαιο

To Κυπριακό εταιρικό δίκαιο, βασισμένο σε μεγάλο βαθμό στο αγγλικό δίκαιο των εταιριών, αναγνωρίζει τη σημασία της ισορροπίας μεταξύ της εξουσίας της πλειοψηφίας και της προστασίας των συμφερόντων της μειοψηφίας. Τον πυρήνα της διοίκησης μιας εταιρίας αποτελεί η προστασία των δικαιωμάτων των μειοψηφούντων εταίρων καθώς η συνεχιζόμενη διασφάλιση αυτών είναι απαραίτητη για ένα σταθερό και παραγωγικό επιχειρηματικό περιβάλλον. Συνεπώς, συνιστούν επιτακτική ανάγκη, για την ομαλή λειτουργία των εταιριών, οι μηχανισμοί που προστατεύουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της μειοψηφίας έναντι πιθανών καταχρήσεων της πλειοψηφίας.

Η μειοψηφία των μετόχων προστατεύεται νομοθετικά στη Κυπριακή και Κοινοδικαιική νομολογία σε συνδυασμό με τα άρθρα 202, 211 περίπτωση στ. του περί Εταιριών Νόμος Κεφάλαιο 113. Σε μία εταιρία η πλειοψηφία είναι αυτή που λαμβάνει μέρος στη λήψη των αποφάσεων, επιλαμβάνεται αυτών και καθορίζει τον τρόπο εφαρμογής τους. Η αρχή που διαμορφώθηκε με την εμβληματική υπόθεση Foss v. Harbottle (1843) από το αγγλικό δικαστήριο, θέτει το πλαίσιο για την προστασία της μειοψηφίας των μετόχων, αφού προάγει την θεμελιώδης αρχή της κυριαρχίας της πλειοψηφίας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η εταιρία ούσα νομικό πρόσωπο, ενάγει και ενάγεται, συνεπώς, όταν διαπράττεται αδικοπραξία εις βάρος της, το δικαίωμα να ασκήσει αγωγή ανήκει αποκλειστικά στην ίδια την εταιρία και όχι στους μετόχους ατομικά. Ως εκ τούτου, οι μεμονωμένοι μέτοχοι προστατεύονται λιγότερο, αφού η πλειοψηφία αποφασίζει αν θα ασκηθεί αγωγή;

Κατά τα φαινόμενα, παρατηρείται ότι οι μέτοχοι μειοψηφίας βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση εντός της εταιρίας εξαιτίας, πρωτίστως, της αρχής της πλειοψηφίας και ειδικότερα λόγω της εξουσίας που αντλούν οι πλειοψηφούντες ελέγχοντας το διοικητικό συμβούλιο και τη γενική συνέλευση της εταιρία. Στην υπόθεση Foss v. Harbottle και οι εξαιρέσεις που ακολούθησαν στη νομολογία οδήγησαν στη διαμόρφωση του δικαιώματος της μειοψηφίας να ασκεί αγωγή σε περιπτώσεις όπου πράξη της εταιρίας είναι παράνομη και πράττεται καθ΄ υπέρβαση της εξουσίας, ενεργείται καταχρηστική άσκηση από την πλειοψηφία και υπάρχει πράξη που συνιστά δόλο κατά της μειοψηφίας δημιουργώντας προσωπικό όφελος υπέρ των διοικούντων εις βάρος της εταιρείας. Επομένως, κατοχυρώνεται η δυνατότητα της μειοψηφίας να προσφύγει στη δικαιοσύνη όταν η πλειοψηφία ενεργεί κατά παράβαση του νόμου και καταχρηστικά.

Θεμελιώδη δικαιώματα των μετόχων μειοψηφίας

Τα βασικά δικαιώματα των μειοψηφούντων μετόχων που αναγνωρίζονται στο κυπριακό και γενικά αγγλοσαξονικό εταιρικό δίκαιο είναι το δικαίωμα ψήφου, μερίσματος, πρόσβασης σε πληροφορίες, συμμετοχής σε συνέλευσης και το δικαίωμα της προσβολής πράξεων ultra vires. Αρχικά, με το δικαίωμα ψήφου οι μέτοχοι μειοψηφίας διατηρούν το δικαίωμα να ψηφίζουν στις γενικές συνελεύσεις, επιτρέποντας στους μετόχους να εκφράζουν τη γνώμη τους για την έγκριση οικονομικών καταστάσεων και τροποποιήσεις που αφορούν το καταστατικό και διορισμό διευθυντικών στελεχών. Συνήθως κάθε μετοχή αντιστοιχεί σε μία ψήφο. Με το δικαίωμα πρόσβασης σε πληροφορίες οι μειοψηφούντες ενημερώνονται για θέματα που αφορούν την διαχείριση και τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εταιρίας.
Επίσης το δικαίωμα σε μέρισμα, είναι αποδεκτό μόνο όταν η οικονομική κατάσταση της εταιρίας το επιβάλλει κατόπιν απόφασης του διοικητικού συμβουλίου. Επιπλέον, με την συμμετοχή των μειοψηφούντων στις γενικές συνελεύσεις παρέχεται σε αυτούς η δυνατότητα να έχουν λόγο για τα εταιρικά ζητήματα, εκφράζοντας τις ανησυχίες τους. Εν κατακλείδι, η προσβολή πράξεων ultra vires ως δικαίωμα δίδεται στους μέτοχους της μειοψηφίας προκειμένου να προσφεύγουν στο δικαστήριο με αίτημα την ακύρωση πράξεων που υπερβαίνουν τα όρια της εξουσίας της εταιρίας.

 

Διαθέσιμα ένδικα μέσα για τους μετόχους μειοψηφίας

Ποια ένδικα μέσα και διορθωτικά μέτρα παρέχει η Κυπριακή νομοθεσία για την προστασία των μετόχων μειοψηφίας και την αντιμετώπιση των προκλήσεων ενώπιον τους;

Προσωπικές Αγωγές: Προστασία Ατομικών Δικαιωμάτων

Σε περίπτωση που διαπιστωθεί η διάπραξη αδικοπραξίας εις βάρος μετόχου σε προσωπικό επίπεδο και όχι εταιρικό, τότε το καταλληλότερο ένδικο μέσο είναι η προσωπική αγωγή. Αυτή επιτρέπει στον θιγόμενο μέτοχο να ενάγει μεμονωμένα, συνήθως κατά της εταιρίας ή άλλων μετόχων, για να υπερασπιστεί τα προσωπικά μετοχικά του δικαιώματα. Οι προσωπικές αγωγές είναι ιδιαίτερα σχετικές σε περιπτώσεις παραβίασης ατομικών συμβάσεων, άρνησης δικαιωμάτων ψήφου ή διακρίσεων κατά συγκεκριμένων μετόχων.

Η Αρχή της Αντανακλαστικής Ζημίας: Κατανόηση των Ορίων

Κρίσιμος περιορισμός των προσωπικών αγωγών αφορά την έννοια των αντανακλαστικών ζημιών. Όταν η εταιρία υφίσταται ζημία που έχει σοβαρό αντίκτυπο επί των περιουσιακών της στοιχείων συνεπάγοντας την πτώση της αξίας των μετοχών, οι μέτοχοι βιώνουν αυτό που φαίνεται ως προσωπική ζημία. Ωστόσο, αυτή η ζημία είναι απλώς αντανάκλαση της εταιρικής ζημίας και όχι ξεχωριστή αδικοπραξία κατά του μετόχου.

Οι υποθέσεις «μη αντανακλαστικής ζημίας» καθιερώνει ότι οι μέτοχοι δεν μπορούν να ασκήσουν προσωπικές αγωγές για ζημίες που είναι απλώς αντανάκλαση εταιρικής ζημίας. Αυτή η αρχή, που βασίζεται στις θεμελιώδεις υποθέσεις Foss v Harbottle και Johnson v Gore Wood & Co (2001), εφαρμόζεται συνεπώς από τα κυπριακά δικαστήρια. Η λογική είναι απλή: εάν οι μέτοχοι μπορούσαν να ενάγουν για αντανακλαστικές ζημίες, θα διεκδικούσαν ουσιαστικά αποζημίωση για την ίδια ζημία δύο φορές—μία μέσω της εταιρικής αγωγής και άλλη μία μέσω της προσωπικής τους αγωγής.

Σημαντική Εξαίρεση: Η υπόθεση Giles v Rhind (2003) παρέχει στενή εξαίρεση σε αυτή την αρχή, συνήθως όταν οι ενέργειες του υπαιτίου εμποδίζουν την εταιρία να επιδιώξει το δικό της ένδικο μέσο.

Αντιπροσωπευτικές Αγωγές: Συλλογική Προστασία

Όταν παραβιάσεις δικαιωμάτων μετόχων επηρεάζουν πολλούς μετόχους παρόμοια, η αντιπροσωπευτική αγωγή παρέχει αποτελεσματική λύση. Σε αυτή τη διαδικασία, ένας ή περισσότεροι μέτοχοι μπορούν να ασκήσουν αγωγή εκ μέρους όλων των θιγόμενων μερών, με την απόφαση του δικαστηρίου να δεσμεύει όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Αυτός ο μηχανισμός αποτρέπει την ανάγκη για πολλαπλές ατομικές αγωγές που αντιμετωπίζουν την ίδια υποκείμενη αδικοπραξία και εξασφαλίζει συνεπή αποτελέσματα για όλους τους θιγόμενους μετόχους.

Παράγωγες Αγωγές: Όταν οι Εταιρίες δεν Ενεργούν

Οι υποθέσεις παράγωγη αγωγή αντιπροσωπεύει ίσως το σημαντικότερο ένδικο μέσο για μετόχους μειοψηφίας που αντιμετωπίζουν καταπίεση της πλειοψηφίας. Αυτό το ένδικο μέσο καθίσταται διαθέσιμο όταν:

  • Η ίδια η εταιρεία παραλείπει να κινήσει νομικές διαδικασίες
  • Οι μέτοχοι μειοψηφίας πιστεύουν ότι θα έπρεπε να έχει ασκηθεί αγωγή στο όνομα της εταιρίας
  • Το δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να παρακάμψει τον κανονικό κανόνα ότι οι εταιρίες πρέπει να ενάγουν στο δικό τους όνομα

Οι παράγωγες αγωγές είναι ιδιαίτερα πολύτιμες επειδή επιτρέπουν στις μειοψηφίες να επιδιώξουν ένδικα μέσα εκ μέρους της εταιρίας όταν η πλειοψηφία—που συνήθως ελέγχει τη λήψη εταιρικών αποφάσεων—αρνείται να εξουσιοδοτήσει την απαραίτητη νομική δράση, συχνά επειδή είναι τα ίδια τα μέρη που διέπραξαν την αδικοπραξία.

Για να πειστεί το δικαστήριο ότι η ζημία που υπέστη η εταιρεία πρέπει να αποκατασταθεί μέσω παράγωγης αγωγής, πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες διαδικαστικές απαιτήσεις:

Απόδειξη Αποτυχίας Ελέγχου: Ο μειοψηφών μέτοχος οφείλει να αποδείξει ότι τα πρόσωπα που ασκούν τον έλεγχο της εταιρείας παρέλειψαν να ενεργήσουν προς όφελος της εταιρείας συνολικά. Αυτή η απαίτηση εξασφαλίζει ότι οι παράγωγες αγωγές επιτρέπονται μόνο όταν οι κανονικοί μηχανισμοί εταιρικής διακυβέρνησης έχουν πραγματικά καταρρεύσει λόγω σύγκρουσης συμφερόντων ή αμέλειας από αυτούς που ασκούν τον έλεγχο.

Αναγκαία Μέρη: Τα πρόσωπα που έχουν τελέσει την αδικοπραξία, καθώς και η ίδια η εταιρεία, πρέπει να περιλαμβάνονται ως διάδικοι στην αγωγή, ώστε η εταιρεία να μπορέσει να επωφεληθεί από το ενδεχομένως θετικό αποτέλεσμα της δικαστικής κρίσης. Αυτή η διαδικαστική απαίτηση εξασφαλίζει ότι οποιοδήποτε ένδικο μέσο ή αποζημίωση που επιδικάζεται επιστρέφει στην εταιρεία και όχι απευθείας στους μετόχους μειοψηφίας, διατηρώντας την κατάλληλη διάκριση μεταξύ εταιρικών και προσωπικών ενδίκων μέσων.

Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Κάθε ένδικο μέσο εξυπηρετεί διακριτό σκοπό στο πλαίσιο προστασίας της μειοψηφίας:

  • Οι προσωπικές αγωγές αντιμετωπίζουν ατομικές αδικοπραξίες
  • Οι αντιπροσωπευτικές αγωγές χειρίζονται συλλογικά ζητήματα μετόχων αποτελεσματικά
  • Οι παράγωγες αγωγές ξεπερνούν την παρεμπόδιση της πλειοψηφίας των εταιρικών ενδίκων μέσων
  • Οι υποθέσεις «μη αντανακλαστικής ζημίας» αποτρέπει τη διπλή ανάκτηση ενώ η εξαίρεση Giles v Rhind εξασφαλίζει ότι οι υπαίτιοι δεν μπορούν να διαφύγουν την ευθύνη μέσω διαδικαστικών χειραγωγήσεων

Αυτό το ολοκληρωμένο σύστημα εξασφαλίζει ότι οι μέτοχοι μειοψηφίας έχουν κατάλληλα νομικά ένδικα μέσα ανεξάρτητα από τη φύση της αδικοπραξίας που αντιμετωπίζουν, διατηρώντας παράλληλα την ακεραιότητα των εταιρικών νομικών δομών.

Συμπερασματικά:

Καταληκτικά, η προαναφερθείσα αρχή της πλειοψηφίας αποτελεί θεμέλιο της εταιρικής διακυβέρνησης, καθώς διασφαλίζει την αποτελεσματική λήψη αποφάσεων και τη λειτουργία της εταιρείας. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε, η κυριαρχία της πλειοψηφίας σε μια εταιρία μπορεί να οδηγήσει σε καταχρήσεις σε βάρος της μειοψηφίας. Το κυπριακό δίκαιο, αναγνωρίζοντας αυτή την πιθανότητα, έχει προβλέψει ουσιαστικούς μηχανισμούς και δικαιώματα για την προστασία των μειοψηφούντων μετόχων, ώστε να εγγυάται η δίκαιη μεταχείριση και ισορροπία των συμφερόντων μέσα στην εταιρεία.

Η ύπαρξη αυτών των δικαιωμάτων δεν προστατεύει μόνο τη μειοψηφία, αλλά συμβάλλει συνολικά στη διαφάνεια και τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των εταιρικών σχέσεων. Είναι, κατά συνέπεια, καταλυτικής σημασίας οι μέτοχοι να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τα μέσα προστασίας τους, και οι εταιρείες με την σειρά τους να σέβονται τις σχετικές διατάξεις του νόμου, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη στις εταιρικές σχέσεις.

Συγγραφέας:

Ζηνοβία Χατζηαντωνίου

Ασκούμενος Δικηγόρος

zinovia.hadjiantoniou@patsalides.com.cy